Μαθήματα επιβίωσης (εταιρικά)
Μάθημα 1ο
Ένας άνδρας μπαίνει για μπάνιο τη στιγμή που η γυναίκα του βγαίνει. Εκείνη τη στιγμή χτυπά η πόρτα.
Η σύζυγος τυλίγει μια πετσέτα γύρω της και τρέχει να ανοίξει. Ανοίγοντας, αντικρίζει το γείτονα.
Πριν αρθρώσει λέξη, ο Γιάννης, ο γείτονας της λέει: «Θα σου δώσω 800 Ευρώ αν αφήσεις την πετσέτα να πέσει στο πάτωμα.»
Αφού το σκέφτηκε για μια στιγμή, η γυναίκα, αφήνει την πετσέτα και στέκεται ολόγυμνη μπροστά στο Γιάννη.
Μετά από λίγα λεπτά, ο Γιάννης, βγάζει 800 Ευρώ, της τα δίνει και φεύγει. Η γυναίκα τυλίγει πάλι την πετσέτα και γυρίζει στο μπάνιο.
Ο σύζυγος τη ρωτά ποιος ήταν και αυτή του απαντά ότι ήταν ο Γιάννης ο γείτονας.
«Ωραία», λέει ο σύζυγος, «Σου είπε τίποτα για τα 800 Ευρώ που μου χρωστάει;»
Ηθικό Δίδαγμα: Αν μοιράζεσαι κρίσιμες πληροφορίες που αφορούν κέρδος με τους μετόχους σου, μπορεί να είσαι σε θέση να αποφύγεις αναπόφευκτη έκθεση!
Μάθημα 2ο
Ένας παπάς προσφέρθηκε να πάει μια καλόγρια στον προορισμό της με το αυτοκίνητό του. Μπαίνει η καλόγρια στο αυτοκίνητο και καθώς κάθεται,
ανοίγει το ρούχο της και αποκαλύπτει τα πόδια της. Ο παπάς παραλίγο να τρακάρει. Αφού κέρδισε τον έλεγχο του αυτοκινήτου,
διστακτικά άπλωσε το χέρι του στο γόνατό της.
Η καλόγρια γυρίζει και του λέει: «Πάτερ, θυμάσαι τον ψαλμό 129;»
Ο παπάς δαγκώθηκε. Μετά από λίγο όμως δεν άντεξε τον πειρασμό και ξαναάπλωσε το χέρι του.
Η καλόγρια επανέλαβε: «Πάτερ, θυμάσαι τον ψαλμό 129;»
Ο παπάς απολογήθηκε: «Συγνώμη, αδερφή, αλλά η σάρκα είναι αδύνατη».
Με τα πολλά, έφτασαν στη Μονή και η καλόγρια πήγε στη δουλειά της. Φτάνοντας στην εκκλησία,
ο παπάς τρέχει στο βιβλίο των ψαλμών και ψάχνει να βρει τον 129. Διαβάζει: «Προχώρα μπροστά και ψάξε ψηλά, θα βρεις τη δόξα.»
Ηθικό Δίδαγμα: Αν δεν είσαι καλά πληροφορημένος στη δουλειά σου, μπορεί να χάσεις μια σπουδαία ευκαιρία.
Μάθημα 3ο
Ένας πωλητής, ένας διοικητικός και ο Μάνατζερ πήγαιναν για γεύμα όταν βρίσκουν στο δρόμο ένα παλιό λυχνάρι. Το τρίβουν και βγαίνει ένα τζίνι.
Το τζίνι λέει: «Θα δώσω στον καθένα σας από μια επιθυμία.»
«Εγώ πρώτος, εγώ πρώτος» πετάγεται ο διοικητικός. «Θέλω να είμαι στις Μπαχάμες, να οδηγώ ένα speed boat χωρίς να έχω καμιά έννοια.»
Πουφ, και εξαφανίστηκε!
«Εγώ τώρα, εγώ τώρα» πετάγεται ο Πωλητής. «Θέλω να είμαι στη Χαβάη, ξαπλωμένος σε μια παραλία με την προσωπική μασέρ μου,
μια ατέλειωτη προμήθεια από Πίνα Κολάδας και τον έρωτα της ζωής μου». Πουφ, πάει κι αυτός!!!
«ΟΚ! Είναι η σειρά σου!» λέει το τζίνι στον Μάνατζερ.
Ο Μάνατζερ λέει: «Θέλω αυτούς τους δύο πίσω στο γραφείο μετά το γεύμα!»
Ηθικό Δίδαγμα: Πάντα να αφήνεις το αφεντικό σου να μιλάει πρώτο.
Μάθημα 4ο
Ένα κοράκι καθόταν σε ένα δέντρο, χωρίς να κάνει τίποτα όλη τη μέρα.
Ένας λαγός τον ρωτάει: «Μπορώ να κάτσω κι εγώ σαν κι εσένα και να μην κάνω τίποτα όλη τη μέρα;»
Το κοράκι απαντά: «Φυσικά! Γιατί όχι;»
Έτσι λοιπόν κάθεται και ο λαγός στο χώμα, κάτω από το δέντρο και χαλαρώνει. Μια αλεπού πηδάει και τρώει το λαγό.
Ηθικό Δίδαγμα: Για να μπορείς να κάθεσαι όλη μέρα, χωρίς να κάνεις τίποτα, πρέπει να κάθεσαι πολύ ψηλά.
Μάθημα 5ο
Μια γαλοπούλα κουβέντιαζε με ένα ταύρο: «Θα ήθελα πάρα πολύ να ανέβω στην κορυφή αυτού του δέντρου, αλλά δεν έχω την ενέργεια.»
«Γιατί δεν τρως λίγο από τα απορρίμματά μου;» προτείνει ο ταύρος «είναι γεμάτα θρεπτικά συστατικά.»
Η γαλοπούλα τρώει λίγη κοπριά και διαπιστώνει ότι της έδωσε αρκετή ενέργεια για να ανεβεί στο πρώτο κλαδί του δέντρου.
Την επομένη, αφού έφαγε περισσότερη κοπριά, κατάφερε να ανεβεί στο δεύτερο κλαδί του δέντρου. Τελικά, την τέταρτη μέρα,
αφού έφαγε μπόλικη κοπριά, κατάφερε να ανέβει στην κορυφή του δέντρου. Δεν πέρασε πολλή ώρα όμως και ένας κυνηγός την εντόπισε και την σκότωσε.
Ηθικό Δίδαγμα: Τα «σκατά» μπορεί να σε ανεβάσουν στην κορυφή, αλλά δεν θα σε κρατήσουν εκεί.
TAXIDIOTHS
Είναι πολλά που δεν ξέρεις για μένα
Ένας άντρας και μια γυναίκα γνωρίζονται πάνω από ένα τραπέζι ρουλέτας στο Λας Βέγκας.
Ερωτεύονται παράφορα, και μετά από ένα βράδυ γεμάτο σεξ και αλκοόλ, οδηγούνται σε ένα διανυκτερεύον παρεκκλήσι και παντρεύονται.
Την επόμενη μέρα, αφού χαρούν τον έρωτα τους, αποφασίζουν να κάνουν ένα διάλειμμα και να ξεκουραστούν στην πισίνα του roof garden.
Πράγματι, φτάνουν εκεί και ξαπλώνουν νωχελικά σε δύο ξαπλώστρες. Κάποια στιγμή, ο άντρας σηκώνεται και λέει:
- Αγάπη μου, με συγχωρείς, πάω λίγο να ξεμουδιάσω.
- Ναι γλυκέ μου, του απαντά αυτή, και ο τύπος ανεβαίνει στον χαμηλό βατήρα για τις βουτιές.
Πλησιάζει στην άκρη, κάνει ένα άλμα, περιστρέφεται μιάμιση φορά γύρω από τον εαυτό του και καταλήγει στο νερό εντελώς κάθετα,
χωρίς να πεταχτεί σχεδόν ούτε σταγόνα. Οι παρευρισκόμενοι το σχολιάζουν χαμογελαστά, εκείνος βγαίνει από το νερό και ανεβαίνει
στον βατήρα των 3 μέτρων. Πηδάει, κάνει δύο τούμπες, μια περιστροφή γύρω από τον άξονα του και καταλήγει στο νερό όπως και πριν, άψογα.
Οι υπόλοιποι έχουν πλέον εντυπωσιαστεί, ο τύπος ξαναβγαίνει και σκαρφαλώνει στον ψηλότερο βατήρα, των 10 μέτρων.
Καθώς το πλήθος μουρμουρίζει με δέος, ο τύπος πλησιάζει στην άκρη με την πλάτη προς την πισίνα, πηδάει,
κάνει τρεις τούμπες και δύο περιστροφές πριν καταλήξει στο νερό, με μόνο έναν μικρό πίδακα να αποκαλύπτει πως κάποιος βούτηξε.
Καθώς ο κόσμος τον καταχειροκροτεί εκστασιασμένο, ο τύπος επιστρέφει χαλαρά στην ξαπλώστρα του, σκουπίζεται και ξαπλώνει.
Η νέα του σύζυγος του λέει:
- Ξέρεις αγάπη μου, με εντυπωσίασες.
- Είναι πολλά που δεν ξέρεις για μένα, της απαντά εκείνος.
- Δηλαδή; τον ρωτά.
- Χρυσός ολυμπιονίκης καταδύσεων στο Σίδνεϊ, της λέει με το χαμόγελο του επιτυχημένου.
- Μπράβο αγάπη μου. Αλλά κι εγώ πιάστηκα λίγο, λέω να ξεμουδιάσω του λέει εκείνη και σηκώνεται.
Πλησιάζει την άκρη της πισίνας, δοκιμάζει με το πόδι της διστακτικά τη θερμοκρασία του νερού,
κατεβαίνει προσεκτικά από τη σκάλα στο νερό και... αρχίζει να κολυμπάει γρήγορα την πισίνα πάνω-κάτω, πάνω-κάτω!
Αυτό συνεχίζεται για πέντε, δέκα, είκοσι, τριάντα λεπτά, με την τύπισσα να μην κόβει καθόλου ρυθμό αλλά να συνεχίζει ακούραστη.
Περίπου μια ώρα μετά, και ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι έχουν χαζέψει, η τύπισσα που δεν έχει ούτε καν επιβραδύνει,
ξαφνικά πλησιάζει τη σκάλα και βγαίνει, χωρίς να έχει καν λαχανιάσει. Μέσα σε αποθέωση από τον κόσμο, σκουπίζεται και ξαπλώνει δίπλα στον καλό της,
ο οποίος την κοιτά απορημένος.
- Και εσύ με εντυπωσίασες, αγάπη μου, της λέει.
- Είναι πολλά που κι εσύ δεν ξέρεις για μένα, του απαντά ήρεμα αυτή.
- Δηλαδή; τη ρωτά. Και εκείνη, ατάραχη:
- Πουτ@ν@ στη Βενετία!
TAXIDIOTHS
Παράδεισος και παράδεισος
Ενας άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε ένα δάσος. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δένδρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε στάχτη!
Ομως ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του με τα δύο του ζώα.
Κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούργια κατάσταση.
Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και αυτοί ίδρωναν και διψούσαν.
Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι.
Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο.
- «Καλημέρα».
- «Καλημέρα», απάντησε ο φύλακας.
- «Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;».
- «Αυτός είναι ο παράδεισος».
- «Τι καλά που φτάσαμε στον παράδεισο, γιατί διψάμε».
- «Μπορείτε, κύριε, να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε», είπε ο φύλακας και του έδειξε την πηγή.
- «Το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης».
- «Λυπάμαι πολύ», είπε ο φύλακας, «αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα».
Ο άνδρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μια και διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός. Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του.
Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις έφτασαν σε ένα άλλο μέρος,
η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα περικυκλωμένη από δέντρα.
Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άνδρας και είχε το κεφάλι του καλυμμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.
- «Καλημέρα», είπε ο διαβάτης. Ο άνδρας έγνεψε ως απάντηση με το κεφάλι του.
- «Διψάμε πολύ το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ».
- «Υπάρχει πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια», είπε ο άνδρας δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.
Ο άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του πήγαν στην πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άνδρα.
- «Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε», του απάντησε εκείνος.
- «Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος;», ρώτησε ο άνδρας.
- «Παράδεισος».
- «Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μού είπε ότι εκείνο το μέρος ήταν ο παράδεισος».
- «Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος, αλλά η κόλαση», απάντησε ο φύλακας. Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.
- «Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προξενήσει μεγάλο μπέρδεμα», είπε ο διαβάτης.
- «Σε καμία περίπτωση», αντέτεινε ο άνδρας, «στην πραγματικότητα μας κάνουν μεγάλη χάρη,
διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερους φίλους τους!
TAXIDIOTHS
ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΡΑΒΗΧΤΩ ΠΙΟ ΝΩΡΙΣ
Τρεις φίλοι παίζουν πόκερ σε ένα τραπέζι και ένας τέταρτος τους παρακολουθεί, καθισμένος και αυτός.
Κάποια στιγμή ο πρώτος από τους φίλους ανακατεύει την τράπουλα και βγάζει έναν άσσο, δίνει στον δεύτερο το επόμενο χαρτί,
που είναι ένας ρήγας και στον τρίτο το επόμενο,που είναι εξάρι. Λέει ο πρώτος:
- "Ποντάρω 10 ευρώ."
Λέει ο δεύτερος:
- "Μέσα τα 10 ευρώ."
Λέει κι ο τρίτος:
- "Μέσα κι εγώ τα 10 ευρώ."
Ο τέταρτος παραμένει αμίλητος παρακολουθώντας τους. Μετά ο πρώτος τραβάει άλλο ένα χαρτί και του ξαναβγαίνει άσσος.
Τραβάει κι ο δεύτερος, βγαίνει πάλι ρήγας, τραβάει κι ο τρίτος, βγαίνει πάλι εξάρι. Λέει ο πρώτος:
- "50 ευρώ."
Ο δεύτερος το σκέφτεται και λέει:
- "Μέσα."
Ο τρίτος το σκέφτεται και αυτός και λέει:
- "Μέσα κι εγώ τα 50."
Ο τέταρτος εξακολουθεί να είναι αμίλητος. Μετα, ο πρώτος ξανατραβάει ένα φύλλο και ξανά βγάζει άσσο,
ο δεύτερος ξαναβγάζει ρήγα, κι ο τρίτος ξαναβγάζει εξάρι. Ξαναλέει ο πρώτος:
- "100 ευρώ."
Ο δεύτερος λέει:
- "Πάσο."
Ο τρίτος το σκέφτεται για πολλή ώρα και του λέει ο πρώτος:
- "Άντε, ντε, τι θα γίνει, θα αποφασίσεις;"
- "Περίμενε μισό λεπτό."
Τελικά, μετά από λίγο, λέει κι ο τρίτος:
- "Εντάξει, μέσα κι εγώ τα 100 ευρώ."
Και πάλι ο τέταρτος είναι αμίλητος. Συνεχίζει ο πρώτος, ξανατραβάει και πάλι άσσο, ενώ ο τρίτος τραβάει και πάλι εξάρι.
Λέει και πάλι ο πρώτος:
- "Τα ρέστα μου."
Ο τρίτος το σκέφτεται, το ξανασκέφτεται, τελικά λέει:
- "Άντε μωρέ, πάω πάσο."
Οπότε ο πρώτος τα παίρνει όλα τα λεφτά, και ο τρίτος ρωτάει τον τέταρτο, που εξακολουθεί να είναι αμίλητος:
- "Έπρεπε να είχα τραβηχτεί νωρίτερα, ε;"
Και του απαντάει ο τέταρτος:
- "Όχι εσύ. Ο πατέρας σου έπρεπε να τραβηχτεί νωρίτερα!"
TAXIDIOTHS